Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ «Υπέρμαχος Στρατηγός»


Ὁ σημερινὸς ἑορτασμὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἐπετείου τῆς 28ης Ὀκτωβρίου, τῆς ἐπετείου τοῦ ΟΧΙ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἀνακαλεῖ στὴν μνήμη μας ἕναν ἡρωϊκὸ ἀγῶνα τοῦ λαοῦ μας, μὲ τὸν ὁποῖο διεσώθηκε ἡ ἀξιοπρέπεια ὅλου τοῦ πολιτισμένου κόσμου. Ἡ Ἐκκλησία μας προσεύχεται γιὰ τὴν ἀνάπαυση τῶν πατέρων καὶ ἀδελφῶν μας ποὺ ἄφησαν τὴν τελευταία τους πνοὴ στὰ χιονισμένα βουνὰ τῆς Ἀλβανίας γιὰ νὰ ὑπερασπισθοῦν τὰ ἱερὰ χώματα τῆς πατρίδος μας. Τιμᾶ ὅμως καὶ Ἐκείνη ἡ ὁποία ἔγινε ἡ Σκέπη καὶ ἡ Προστάτις αὐτοῦ τοῦ ἀγῶνος.
Ἡ Ἐκκλησία μας γιορτάζει σήμερα τὴν Σκέπη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου εἰς ἀνάμνηση τῆς ὀπτασίας τὴν ὁποίαν εἶδε ὁ ὅσιος Πατὴρ ἡμῶν Ἀνδρέας ὁ διὰ Χριστὸν σαλός, ἐν ἡμέρᾳ Κυριακῇ πρώτη Ὀκτωβρίου, κατὰ τὴν διάρκεια ἀγρυπνίας στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῶν Βλαχερνῶν στὴν Βασιλεύουσσα. Μετετέθη ὅμως ἡ ἑορτὴ μὲ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου στὶς 28 Ὀκτωβρίου, γιὰ νὰ τιμηθεῖ ἡ Ὑπέρμαχος Στρατηγός, ἡ Θεοτόκος, ἡ ὁποία κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ πολέμου τοῦ 1940 περιέσκεπε τοὺς στρατιῶτες μας στὸν ἀγῶνα τους γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς πατρίδος.
Μὲ τὴν γιορτὴ αὐτὴ εὐχαριστοῦμε τὴν προστάτιδα καὶ μητέρα ὅλου τοῦ κόσμου Παναγία, γιατὶ μὲ τὴν μεσιτεία της στὸν Υἱό της σκεπάζει ὅλο τὸν κόσμο.
Κάτω ἀπὸ τὴν Σκέπη σου Θεοτόκε οἱ πιστοὶ καταφεύγομε, ψάλει ἡ Ἐκκλησία.
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας προσομοιάζουν τὴν Θεοτόκο μὲ τὴν νεφέλη. Ἡ ὁμίχλη, λέγουν, ὅταν πληθυνθεῖ πάνω στὴν γῆ καὶ τὴν ἐπικαλύψει, ὅλα τὰ θηρία λυτρώνονται ἀπὸ τοὺς κυνηγούς. Νὰ λοιπὸν τὸ μυστήριο, γιατὶ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ὀνομάσθηκε «νεφέλη» γιὰ νὰ μᾶς σκεπάζει ἀπὸ ὁρατούς καί ἀόρατους ἐχθρούς.
Ὁ ἐφετινὸς ἑορτασμὸς βρίσκει τὴν πατρίδα μας ὑπὸ ὁμηρία, σὲ μία ἄλλου εἴδους δουλεία, στὴν ὁποία ὁδηγηθήκαμε γιατί παραχαράξαμε τὴν ἱστορία μας, ἀποκαθηλώσαμε τὶς ἀξίες καὶ τὰ ὁράματά της ζωῆς, γιατί ζαλιστήκαμε ἀπὸ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, γιατί δὲν διαχειριστήκαμε τὰ δημόσια πράγματα μὲ εὐθύνη γιὰ τὸ καλό τοῦ λαοῦ μας, ἀλλὰ ἐγωιστικά.
Ἀναφέρεται, ὅτι στὸν πόλεμο τοῦ 40 ἕνας νέος ποὺ πρὶν λίγο καιρὸ εἶχε συνάψει ἀρραβώνα, φεύγοντας γιὰ τὸ μέτωπο χωρὶς νὰ ξέρει ἐὰν θὰ γυρίσει, ἀποχαιρετώντας τὴν μνηστή του καὶ τὴν μάνα του, ἔβγαλε τὴν χρυσὴ βέρα ἀπὸ τὸ χέρι του, τὴν ἔδωσε στὴν μάνα του καὶ εἶπε, πάρτην μάνα μήπως τὴν χρειαστεῖ ἡ πατρίδα.
Ἂς ἀναλογιστοῦμε ἐμεῖς σήμερα τί κάνουμε γὶ΄ αὐτὴν τὴν πατρίδα καὶ ἀς ἀλλάξουμε πορεία, τῆς τὸ χρωστᾶμε ὅπως τό χρωστᾶμε καὶ σ΄ ἐκείνους ποὺ ἔπεσαν γιὰ νὰ ζοῦμε ἐμεῖς σήμερα ἐλεύθεροι. ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου