Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα στα Φάρασα της Καππαδοκίας

Έθιμα της Μεγάλης Εβδομάδος και της Λαμπρής από την πατρίδα του Αγίου Αρσένιου Καππαδόκη και του Γέροντος Παϊσίου παρουσιάζει στο βιβλίο του «Τα Φάρασα της Καππαδοκίας» ο κ. Λάζαρος Κελεκίδης. Σε μια εποχή που τείνουν να εκλείψουν ήθη, έθιμα και παραδόσεις, ας προσπαθήσουμε να κρατήσουμε ζωντανές τις μνήμες.
Σας παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο:
«Από τη Μεγάλη Δευτέρα όλα άλλαζαν στον Βαρασό. Οι Βαρασιώτες μέχρι και το Μεγάλο Σάββατο κυκλοφορούσαν σιωπηλοί. Έξω από τα σπίτια τους κρεμούσαν μαύρες κορδέλες. Τα σήμαντρα σήμαιναν πένθιμα. Κάθε μέρα τιμούσαν τα Πάθη του Χριστού με τη συμμετοχή τους στις Ακολουθίες.
Η Μεγάλη Πέμπτη
Τη Μεγάλη Πέμπτη οι νοικοκυρές έβαφαν κόκκινα αυγά. Συνήθως για μπογιά χρησιμοποιούσαν ξερά κρεμμυδόφυλλα. Το απόβραδο, όταν χτυπούσε το σήμαντρο, όλοι πήγαιναν στην εκκλησία για την Ακολουθία των Δώδεκα Ευαγγγελίων.
Οι νοικοκυρές έπαιρναν μαζί τους μέσα σε μικρά καλαθάκια κόκκινα αυγά, όσα ήταν τα μέλη της οικογενείας και ένα για την εικόνα του σπιτιού. Τα τοποθετούσαν μπροστά στην εικόνα του Χριστού στην Ωραία Πύλη, για να ευλογηθούν την ώρα που ο παπάς θα διάβαζε τα Δώδεκα Ευαγγέλια. Ολόκληρη τη νύχτα αγρυπνούσαν στην εκκλησία και στόλιζαν με λουλούδια τον Επιτάφιο.
Η Μεγάλη Παρασκευή
Τη Μεγάλη Παρασκευή από το πρωί οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα. Οι γυναίκες έβαζαν σκούρες μαντήλες στο κεφάλι. Το φαγητό νερόβραστο, συνήθως φακές με ξίδι ή φασόλια νερόβραστα, σαλάτα με ξίδι και κρεμμύδι. Όλη τη μέρα της Μεγάλης Παρασκευής πήγαιναν και προσκυνούσαν τον Επιτάφιο και περνούσαν από κάτω. Στην περιφορά του Επιταφίου ήταν όλοι παρόντες.
-Τον Επιτάφιο, γέροντα, τον γύριζαν στο χωριό αργά το βράδυ, όπως εδώ;
-Όχι, τον έβγαζαν πιο νωρίς για τον φόβο των Τούρκων. Και, όσο ο κόσμος ήταν μαζεμένος στην εκκλησία, πολλά παλικάρια φύλαγαν τα περάσματα του χωριού, μην έρθουν ξαφνικά οι Τούρκοι. Παλιά, όπως άκουγα, ο Βαρασός είχε δύο κοινότητες και λειτουργούσαν και την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και στην εκκλησία των Αγίων Βαραχησίου και Ιωνά. Όταν γύριζαν τον Επιτάφιο, αντάμωναν και οι δύο στην πλατεία, στο μισεχώρι.
Το Μεγάλο Σάββατο
-Γέροντα, άκουσα από πολλούς να λένε ότι ο Βαρασός το Μεγάλο Σάββατο κοκκίνιζε.
-Το Μεγάλο Σάββατο οι Φαρασιώτες θέλοντας να προαναγγείλουν την Ανάσταση του Κυρίου, έβγαζαν τα μαύρα και τα αντικαθιστούσαν με το χρώμα της χαράς, το κόκκινο. Στις εξώπορτες κρεμούσαν κόκκινες κορδέλες και στεφάνια φτιαγμένα από κόκκινα λουλούδια. Σε κάθε σπίτι, ακόμη και στο πιο φτωχικό, το πανεράκι με τα κόκκινα αυγά έπαιρνε τη θέση του στο τραπέζι. Γι’ αυτό έλεγαν πως το Μεγάλο Σάββατο ο Βαρασός ντυνόταν στα κόκκινα.
Τη μέρα εκείνη όλα ήταν διαφορετικά. Οι αυλές άστραφταν από καθαριότητα και τα σπίτια φρεσκοασβεστωμένα μύριζαν πάστρα και ασβέστη. Όλα τα τζάκια και οι φούρνοι κάπνιζαν. Οι νοικοκυρές ζύμωναν και έπλαθαν τσουρέκια και κουλούρια και ετοίμαζαν το τραπέζι της μεγάλης μέρας της Λαμπρής. Όλοι ήταν χαρούμενοι και εύχονταν ο ένας στον άλλον «Καλή Ανάσταση».
Νωρίς το βράδυ μαζεύονταν όλοι στα σπίτια και έπεφταν για ύπνο με τα πρώτα σκοτάδια. Πίστευαν πως, για να πάρουν τη «Μεταλαβή», τη Θεία Κοινωνία, έπρεπε να κοιμηθούν έστω και για λίγο. Μόνον οι νοικοκυρές έμεναν άγρυπνες, για να φτιάξουν τη μαγειρίτσα που θα έτρωγαν, όταν θα επέστρεφαν από την Ανάσταση.
Το Πάσχα
Το βράδυ της Ανάστασης
Η καμπάνα για την Ανάσταση στον Βαρασό χτυπούσε κοντά στα μεσάνυχτα. Τα καραούλια στα περάσματα ήταν στις θέσεις τους. Όλοι κρατώντας λυχνάρια και δάδες κινούσαν για την εκκλησία. Καθένας είχε στην τσέπη και ένα κόκκινο αυγό. Στον δρόμο προς την εκκλησία ορισμένοι ξέκοβαν από τη συντροφιά. Ήταν οι ελεήμονες που γλιστρούσαν σαν σκιές και άφηναν κρυφά τα δώρα τους στους φτωχούς και στα ορφανά.
Για να μην προκαλέσουν τους Τούρκους, οι Βαρασιώτες έκαναν την Ανάσταση μέσα στην εκκλησία και δεν έριχναν τουφεκιές. Το πρώτο «Χριστός Ανέστη» το έλεγε ο παπάς και ύστερα το έψαλλαν όλοι μαζί. Όλοι έμεναν ως το τέλος της Λειτουργίας και μεταλάβαιναν των Αχράντων Μυστηρίων. Στο τέλος ο παπάς ευλογούσε το εκκλησίασμα λέγοντας «Χριστός Ανέστη» και το πλήθος απαντούσε «Αληθώς Ανέστη». Μετά έδινε σε όλους από ένα κόκκινο αυγό. «Φρογκάνκαν», δηλαδή τσούγκριζαν, τα αυγά που είχαν μαζί τους και αντάλλαζαν ευχές. Όλοι έπαιρναν την ευχή των μεγαλυτέρων της οικογενείας, που συνήθως ήταν ο παππούς και η γιαγιά.
Με τις λαμπάδες αναμμένες από το Άγιο Φως της Αναστάσεως γύριζαν στα σπίτια τους, σταύρωναν με την κάπνα το επάνω μέρος της πόρτας και με πρώτο τον παππού ή τον πατέρα, έμπαιναν στο σπίτι. Άναβαν τα καντήλια και τις λάμπες με το Άγιο Φως και έπαιρναν θέση γύρω από τον σοφρά. Πρώτα έτρωγαν το αυγό του Ευαγγελίου. Έτσι ξεσφράγιζαν το στόμα τους με το αυγό, γιατί με το αυγό το είχαν σφραγίσει για κάθε αρτύσιμη τροφή, πριν αρχίσει η Σαρακοστή. Αμέσως μετά γεύονταν την μαγειρίτσα.
Η ημέρα της Λαμπρής
Όταν ξημέρωνε ο Θεός την ημέρα, το «Έγα Πάσκα» το Μέγα δηλαδή Πάσχα, οι Βαρασιώτες πήγαιναν στην εκκλησία για τη δεύτερη Ανάσταση. Παντού άκουγες το «Χριστός Ανέστη», «Αληθώς Ανέστη». Σαράντα μέρες αυτός ήταν ο χαιρετισμός.
Μετά τη δεύτερη Ανάσταση έβγαιναν έξω από την εκκλησία. Πρώτοι οι νέοι με τα εξαπτέρυγα και το λάβαρο της Αναστάσεως, που στις δύο άκρες του κρέμονταν φαρδιές κόκκινες κορδέλες. Το λάβαρο της Αναστάσεως το σήκωνε εκείνος που έδινε τα περισσότερα χρήματα για την εκκλησία. Ακολουθούσε ο παπάς, οι ψάλτες και οι πιστοί. Ψάλλοντας το «Χριστός Ανέστη» περνούσαν από όλες τις γειτονιές, για να καταλήξουν στο μισοχώρι. Στο πέρασμα της πομπής όσοι είχαν μείνει στο σπίτι έβγαιναν έξω κρατώντας κεριά αναμμένα και όλοι πρόσφεραν κάτι για την εκκλησία-χρήματα, σιτηρά, ζώα.
Στο μισοχώρι γινόταν μικρή δέηση και αμέσως στηνόταν ο χορός. Οι Βαρασιώτες χωρίζονταν σε δύο ομάδες και χόρευαν σε μεγάλο κύκλο, χωρίς όργανα, τον χορό του «Έγα Πάσκα». Τραγουδούσαν οι ίδιοι οι χορευτές. Άρχιζε το τραγούδι η πρώτη ομάδα και το επαναλάμβανε η δεύτερη. Ο παπάς στεκόταν παράμερα, τους ευλογούσε και τους ευχόταν να γιορτάσουν και του χρόνου όλοι μαζί με υγεία το «Έγα Πάσκα». Το τραγούδι ήταν ένας ύμνος προς τη Θεοτόκο, που γέννησε τον Χριστό και χάρισε αυτόν τον θησαυρό. Και την ευλογία στον κόσμο όλον.
«Χριστός Ανέστη», «Αληθώς Ανέστη»,
Παναγία Βασίλισσα,
άναψες στον κόσμο έναν φάρο…
Παναγία Βασίλισσα, είσαι του Χριστού η Μάνα…
Κύρια Λεήμων, Κυρία λέησον,
Κύρια Λεήμων, Κυρία λέησον.
Παναγία μου Θεοτόκο…
Εσένα και τον Υιό σου προσκυνούμε.
Κύρια Λεήμων, Κυρία λέησον,
Κύρια Λεήμων, Κυρία λέησον.
Παναγία μου Θεοτόκο,
Έϊ Παναγία μου Θεοτόκο…
Στη συνέχεια επέστρεφαν στο ναό. Από εκεί με ευχές και τραγούδια έπαιρναν τον δρόμο για τα σπίτια τους, ενώ οι ήχοι του κεμανί και του ταμπουρά, το ούτι, το νταούλι και ο ζουρνάς δονούσαν τον αέρα.
-Και οι Τούρκοι, γέροντα, τι έκαναν που σας έβλεπαν να πανηγυρίζετε; Δεν τους φοβόσασταν;
-Όχι, παιδί μου. Οι Τούρκοι μόνον που δεν έμπαιναν μαζί μας στην εκκλησία να προσευχηθούν, σε όλα τα άλλα συμμετείχαν. Τελευταία μάλιστα με τον Χατζεφεντή (Άγιο Αρσένιο Καππαδόκη) τα πράγματα ήταν πιο εύκολα, γιατί οι Τούρκοι της περιοχής τον φοβούνταν και τον σέβονταν μαζί. Πολλούς τους είχε ευεργετήσει.
Το βιβλίο "Τα Φάρασα της Καππαδοκίας", ανήκει στην κατηγορία των λαογραφικών βιβλίων, που το περιεχόμενό τους αποτελεί τυπικό δείγμα της συλλογικής μνήμης του λαού, εν προκειμένω των Φαράσων. Τη μνήμη αυτή αποτύπωσε ο Φαρασιώτης Λάζαρος Κελεκίδης βασιζόμενος στα "ακούσματα" των ξεριζωμένων γερόντων και γεροντισσών, έως και πενήντα χρόνια μετά την Ανταλλαγή.
Τους ηλικιωμένους πληροφορητές διακρίνει υψηλό πατριωτικό φρόνημα, βαθειά θρησκευτική πίστη και εμμονή στις παραδόσεις της πατρίδας τους. Η πληροφόρηση γίνεται με σαφήνεια και αντικειμενικότητα. Εντυπωσιάζει το γεγονός πως οι πληροφορητές και στις νέες εγκαταστάσεις τους μακριά από την πατρίδα διατήρησαν με ακρίβεια στη μνήμη τους τη ζωή και την παράδοση του τόπου τους. Συνειδητή σε όλους είναι η έννοια της ενιαίας εθνικής, φυλετικά ελληνικής, ταυτότητας των Φαράσων καθώς και η αδιάκοπη και αδιάσπαστη πολιτισμική συνέχεια με διαχρονικά κοινές ρίζες και πηγές παράδοσης στον ίδιο πάντα τόπο.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου