Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

O Νυμφίος έρχεται...στην Παναγία του Πέραν

Στόν Γέροντά μου, Μητροπολίτη Τρανουπόλεως Γερμανό, ψυχή καί ἐνσάρκωση τοῦ Πέραν πού ἀκούγαμε, διαβάζαμε καί ὀνειρευόμαστε ἀπό παιδιά...!
Του διακόνου Γρηγορίου

Στήν Παναγία τοῦ Πέραν τά φῶτα τοῦ Ναοῦ ἔσβησαν. Ἔσβησαν οἱ λαμπτῆρες γιά νά περπατήσῃ καί πάλι ἐφέτος, γιά ἀκόμη μιά φορά, ἐπάνω στίς ἁγιασμένες πλάκες της ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας. Καί παρ΄ ὅλη τήν ἀπουσία τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτός, ὁ Ναός, ἐν τούτοις, δέν ἔμεινε στό σκοτάδι. Ἱλαρόν τό φῶς τῶν καντηλιῶν, δακρυσμένα τά μάτια τοῦ Ἀρχιερέως ἀλλά καί τῶν πιστῶν, μά καί πάλι! Δέν ἔφτανε αὐτή ἡ λάμψη γιά νά δικαιολογήσῃ τοῦ σκότους τόν ἀποδιωγμό.
Μέ ἕνα δεύτερο, πιό διερευνητικό βλέμμα, ἡ ἀπορία ξεδιαλύνεται. Ὑπάρχουν πράγματα, πρόσωπα καί καταστάσεις πού βλέπουμε καί ὑπάρχουν καί ἐκεῖνα πού δέν βλέπουμε. Ἐν προκειμένῳ εἶναι οἱ ψυχές, οἱ μυριάδες ψυχές τῶν κατά καιρούς καί χρόνους πάλαι ποτέ ἐνοριτῶν τῆς Παναγίας,  πού ἀποδιώχνουν τό σκότος. Μέ βῆμα σεμνό, μέ τρόπο ἀέρινο, μέ διάθεση νοσταλγική οἱ ψυχές συνάχθηκαν ἐδῶ ὅλες καί σέ αὐτήν τήν Ἀκολουθία καί βρέθηκαν κοντά μας, ἀνάμεσά μας, δίπλα μας. Ἦλθαν, ὅπως καί πρῶτα, ἄνθρωποι κάθε ἡλικίας ὄχι τόσο γιά Ἐκεῖνον ὅσο γιά ἐμᾶς τούς ἐναπομείναντες τάχα μόνον λίγους παρόντες. Μέ Ἐκεῖνον, τόν αἰώνιο Νυμφίο, βρίσκονται σέ κοινωνία ζηλευτῆ διαρκῶς, ἀπολαμβάνουν τήν παρουσία Του, ζοῦν ἀθάνατα στή Βασιλεία Του. Ἔρχονται ἐκεῖνοι οἱ δυσμέτρητοι γιά νά σταθοῦν μετρημένες, λίγες μόνον στιγμές,  μαζί μας. Κρατώντας τή φαεινή λαμπάδα τοῦ φωτεινοῦ παραδείγματος οἱ ἀείμνηστοι, θέλουν καί αὐτό ἀκόμη τό πρόσκαιρο σκοτάδι τοῦ Ἀπολυτικίου νά διαλύσουν, δέν ἐπιθυμοῦν νά μείνουμε σέ αὐτό οὖτε κἆν γιά μιά στιγμή.
Καί πραγματικά δέ μένουμε! Αἰσθανόμαστε τή δροσιά ἀπό τήν ἐξαιρετική παρουσία τους καί ἀνακουφιζόμαστε ἀπό τόν πόνο τῆς τραγικῆς ἀπουσίας τους ἀπό τίς ζωές μας. Εἶναι τά πρόσωπα πού λείπουν ἀπό τά σπίτια, ἀπό τήν Κοινότητά μας, ἀπό τή Ρωμηοσύνη τῆς πόλης αὐτῆς, τῆς Πόλης μας. Πνεύματα ἀξίων καί λογίων κληρικῶν, ἀγωνιστῶν, πτωχῶν βιοπαλαιστῶν καί εὐπόρων Ἀρχόντων τοῦ λαοῦ μας. Ὅλοι ἐκεῖ. Συμπαρόντες καί συμπροσευχόμενοι στή λιτάνευση τοῦ Νυμφίου. Πολλῶν τά ὀνόματα ὑπάρχουν ἀναγεγραμμένα, ἐκτός ἀπό τίς καρδιές καί τή μνήμη, καί στά ἱστορικά στασίδια τοῦ Ναοῦ. Οἱ συμπαθεῖς νεκροί μας, διατηρώντας τήν παραδοσιακή διάκριση, δέν ἔρχονται ἀπρόσκλητοι στήν ἱερά τελετή. Ναί! Τό ἐπιθυμοῦν ὁλόψυχα, τό καρτεροῦν ὁλόθυμα, τό ἀποζητοῦν τό δίχως ἄλλο. Περιμένουν, ὅμως, τό κάλεσμα τῆς καρδιᾶς, τό δάκρυ τῆς νοσταλγίας, τόν ἐκ βαθέων στεναγμό γιά νά ἐγκαταλείψουν εὐθύς τήν ἄφθιτη Βασιλεία καί νά βρεθοῦν στό Βασίλειο τῆς Μάνας τοῦ Θεοῦ στό κέντρο τῆς Πόλης Της.
Μέ τό πρῶτο κιόλας κάλεσμά μας καί εἶναι ἀμέσως ἐκεῖ. Ἕτοιμοι νά μᾶς ξεκουράσουν, πρόθυμοι νά μᾶς κοινωνήσουν, διαθέσιμοι νά μᾶς δείξουν τό δρόμο ἐκεῖνο πού ὁδηγεῖ στό τέλος, στό σκοπό δηλαδή τῆς ὑπάρξεώς μας ὡς Ρωμηῶν, πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τή διατήρηση καί ἐπαύξηση τῆς φλόγας, ἡ ὁποία καίει καί φωτίζει τό σκοτάδι αὐτοῦ τοῦ τόπου ἀπό τότε πού τά ῥόδα στήν Εἰκόνα τῆς γειτονιᾶς μας μαράθηκαν...
Ἔρχονται ἐπίσημα ἰδίως στή λιτάνευση τοῦ Νυμφίου γιατί ἄλλως τε εἶναι ἐκεῖνοι πού ἔδωσαν στά χέρια μας τό Πάθος καί τά στίγματά του, τόν Σταυρό καί τή Λόγχη, γιά νά τά περιφέρουμε συνεχῶς μέ τήν προσδοκία τῆς Ἀναστάσεως. Ἀπό χέρι σέ χέρι κληροδοτοῦνται τά σύμβολα αὐτά καί τά σημάδια τους εἶναι ἐμφανῆ ἐπάνω μας, στήν καθημερινότητα τοῦ βίου μας.
Εἶναι βαρειά ἡ παρακαταθήκη. Νά ἔχῃς χρέος νά λιτανεύῃς τό φῶς καί τήν ὑψηλή ἰδέα τῆς Ρωμηοσύνης στούς συχνά ἀφιλόξενους δρόμους πατρῴας γῆς, μέ ἀλλοτριωμένη τήν σκέψη καί τά διαφορετικά ἤθη καί κατεστημένα πού ὑπομιμνήσκουν τό ζόφο ἀπό τό νωπό ἀκόμη παρελθόν.
Ἡ περιφορά τοῦ Νυμφίου τελειώνει. Ἡ Εἰκόνα τοποθετεῖται στόν τόπο Της. Καθρέπτης στά μάτια των παλαιοτέρων. Παράθυρο πρός τήν Ἱστορία αὐτοῦ τοῦ τόπου γιά τή νέα γενιά. Τά φῶτα ἀνάβουν καί πάλι. Οἱ ἀγαπημένοι μας νεκροί δέν ἐγκαταλείπουν τόν Ναό. Περιμένουν, ὡς φαίνεται, νά δοῦν καί στά καθ΄ ἡμᾶς τόν νυμφῶνα κεκοσμημένον.
Ὁ Ἀρχιερέας μέ ἀργό βηματισμό, μέ ἐναρμονισμένες τήν ταπείνωση, τή σεμνότητα καί τή μεγαλοπρέπεια βαδίζει πρός τήν ἐνώπιος ἐνωπίῳ συνάντηση τοῦ Νυμφίου τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Ρωμηοσύνης. Προσκυνᾷ καί κατόπιν προσεύχεται. Μέ πίστη καί πόθο παρακαλεῖ γιά τό παρόν καί γιά τό μέλλον, γιά «ζῶντας καί νεκρούς». Καί μέ τό τρισσό φῶς εἰρηνεύει τό λαό τοῦ Θεοῦ, πού προσκαρτερεῖ γιά τήν εὐλογία.
Μέ τήν ἴδια διάθεση ἐπιστρέφει στό Παραθρόνιο. Μά τήν ἴδια ὥρα τά στασίδια ἀδειάζουν ἕνα ἕνα, ἀθόρυβα, ἔτσι ὅπως γέμισαν λίγες μόνον στιγμές πρίν. Οἱ πολυφίλητοί μας παίρνουν ὡς κειμήλιο τήν εἰρήνευση καί μέ τή βεβαιότητα πώς ἐμεῖς γιά μιά χρονιά ἀκόμη τηρήσαμε στό ἀκέραιο ὅσα μᾶς ἐμπιστεύθηκαν, φεύγουν, ἐπιστρέφονται στή γῆ τῆς ὄντως Ἐπαγγελίας. Φεύγοντας μένει τό θρόϊσμα τῆς περπατησιᾶς τους,  ἡ εὐωδία ἀπό τό πέρασμά τους, ἡ ὀσμή ἀπό τίς ἀναμμένες λαμπάδες τους, πού ἔσβησαν πρίν βγοῦν.
Στήν Παναγία τοῦ Πέραν ἡ Ἀκολουθία τοῦ Νυμφίου μόλις τελείωσε. Στήν ἡσυχία τοῦ Ναοῦ οἱ Ἄγγελοι συνεχίζουν τήν ἀτελεύτητη δοξολογία τοῦ Θεοῦ συνάζοντας τούς μαργαρίτες ἀπό τήν κοινωνία μέ τῶν Ἁγίων τό χορό, τά δάκρυα ἀπό τή συνειδητοποίηση τῆς συρρίκνωσης τῆς Ὁμογενείας μας. Ἐνῷ ὅμως τά δάκρυα περισσεύουν, ἀπό τό βλέμμα τῆς Παναγίας ἡ ἐλπίδα ξεχύνεται ἄφθονη καί πλημμυρίζει τίς διάνοιες ὅλων μας.
Ἐλπίδα πώς τά καλύτερα δέν τά ἔχουμε δεῖ ἀκόμη! Τά καλύτερα ἀπό τά χειρότερα βέβαια. Καί αὐτό δέν ἀλλάζει παρά τούς ἀνευλαβεῖς πόθους μερικῶν.

Στήν Παναγία τοῦ Πέραν, μέσα στή σιγαλιά καί στό σκοτάδι τοῦ Ναοῦ πάντως, ὁ Νυμφίος, μέ δικαιοσύνη καί ἀγάπη, κατεργάζεται τήν Ἀνάσταση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου