Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

Τζιτζίκια όλης της γης ενωθείτε!


Στο σημερινό Ευαγγέλιο ζητάει ο Χριστός να μη μεριμνάμε για τη ζωή μας, έχοντας αγωνιώδεις σκέψεις, αλλά να έχουμε εμπιστοσύνη στο Θεό, δείχνοντας μας σαν παράδειγμα τα πετεινά του ουρανού και τα λουλούδια του αγρού το πως τα προσέχει ο Δημιουργός, χωρίς να κάνουν τίποτα.
Πέρυσι το καλοκαίρι τέτοια εποχή είχα βρει στη δημοτική βιβλιοθήκη το βιβλίο του Φώτη Κόντογλου «Ευλογημένο καταφύγιο» που έλεγε για τον τζίτζικα. Επειδή τότε είχα πολλές ενοχές για την ανεργία αυτό το κείμενο με έκανε να νιώσω περήφανη που είμαι ένα τζιτζίκι. (Τώρα βέβαια έγινα ποντίκι λόγω της εργασίας μου σε υπόγειο, αλλά θα ξαναγίνω πάλι τζιτζίκι).
Για όλους εμάς λοιπόν που αισθανόμαστε τζιτζίκια…
Ο ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ
Γηγενής, απαθής, αναιμόσαρκος
Προχθές έβραζε ο ήλιος. Μα ο δροσερός βοριάς έκοβε τη ζέστη. Ήμουνα ξαπλωμένος κι άκουγα το βούισμα των δέντρων, που είναι το αιώνιο και μυστηριώδες ανάσασμα της φύσεως, από καταβολής κόσμου. Ο λογισμός μου πήγαινε από δω κι από κει. Στο τέλος έπιασα και σχεδίαζα μια καινούρια θαλασσινή ιστορία. Την είχα κιόλας μαστορέψει, όπου τότε μοναχά πήγε ο νους μου στα τζιτζίκια, που αντιλαλούσε ο κόσμος από τις φωνές τους και με ξεκούφαινε. Και μολαταύτα δεν τα άκουγα τόσην ώρα. Μα τώρα ένιωθα πως με τα τσιρίσματά τους με μαλώνανε πως δεν τους είχα δώσει προσοχή, και μου λέγανε: ”Τι πάγει ο νους σου στις μακρινές θάλασσες, σε σκληρές ιστορίες που γίνουνται απάνω στην άβυσσο του ωκεανού; Δεν ακούς εμάς που σε τραγουδάμε ειρηνικά και σε νανουρίζουμε; Θα βαρεθήκανε πια αυτές τις ιστορίες σου αυτοί που τις διαβάζουνε, γιατί εσείς οι άνθρωποι όλα τα βαριόσαστε γρήγορα κι όλα θέλετε να τ΄αλλάζετε. Ενώ εμείς είμαστε οι ίδιοι από τότε που μας έκανε ο Θεός και μέσα στους αιώνες δεν αλλάξαμε τίποτε στο τραγούδι μας, που είναι όλο όλο ένα “τζι-τζι-τζι”! Όλα στην οικουμένη είναι απλά, σαν κι εμάς, η φωνή της θάλασσας, το μουρμούρισμα των ποταμιών, το βούισμα των δέντρων, το κελάιδισμα των πουλιών, ο βρόντος που κάνει τ΄αστροπελέκι.
Κείνη την ώρα περάσανε δυο άνθρωποι που κουβεντιάζανε και παρευθύς βουβαθήκανε μονομιάς όσοι τζιτζίκοι τραγουδούσανε απάνω στα δέντρα, που ήτανε κοντά μου. Μα σε λίγο άρχισε να τραγουδά ένας γερο-τζίτζικας, που καθότανε κρυμμένος σ΄ένα κλαδί από πάνω μου. Αυτός ήτανε γενναίος, γιατί είχε δει πολλά στη ζωή του. Τραγουδούσε λοιπόν κι έλεγε:
“Εγώ είμαι αληθινά βγαλμένος από τούτο το χώμα-γηγενής-ενώ εσείς οι άνθρωποι μαζευτήκατε από δω κι από κει και σε πολλούς δεν αρέσει το τραγούδι μας. Πλην μάθε, εσύ που κάθεσαι από κάτω, πως εγώ τραγουδούσα τότε που ήτανε ξαπλωμένος στο μέρος που είσαι ξαπλωμένος ένας ποιητής, που τον λέγανε Ανακρέοντα, τον καιρό που πέρασε από δω πηγαίνοντας στον Εχεκράτη. Κι αυτός ήτανε από την Ανατολή σαν κι εσένα. Ήτανε μπεκρής και περνούσε τη ζωή του χωρίς έγνοιες, σαν κι εμένα. Γι΄αυτό με κατάλαβε και μ΄αγάπησε κι ενώ οι πρακτικοί άνθρωποι με καταφρονούσανε, γιατί περνώ τον καιρό μου αξέγνοιαστα και τραγουδώ δίχως να δουλεύω, αυτός, Θεός σχωρέσ΄τον, έκανε για μένα ένα τραγούδι, μια ωδή που μ΄εγκωμιάζει και λέγει: ”Είσαι απάνω κάτω όμοιος με τους θεούς, γιατί έχεις τούτα τα τρία χαρίσματα: είσαι γηγενής, είσαι απαθής, είσαι ανεμόσαρκος. Γηγενής, επειδή βγαίνεις από το χώμα, απαθής επειδή δεν πονάς, δεν πάσχεις, αναιμόσαρκος, γιατί το κορμί σου δεν έχει αίμα”. Λοιπόν, βλέπεις πως ο γερο-Ανακρέοντας μιλούσε με γνώση. Ενώ ο άλλος ο πατριώτης σου, εκείνος ο ασχημάνθρωπος, ο καμπούρης ο Αίσωπος, έπιασε και ταίριαξε για μένα ένα μύθο,που είναι γεμάτος ψευτιά.Πως τάχα χάνω τον καιρό μου το καλοκαίρι και τσαμπουνίζω όλη τη μέρα καθισμένος στο δέντρο, δίχως να γνοιαστώ για τίποτα, απρόκοφτος και τεμπέλης. Και πως σαν έρθει ο χειμώνας, με σφίγγει η πείνα και πηγαίνω και κλαίγομαι στον μέρμηγκα να μ΄ελεήσει. Πήγε ποτές τζίτζικας να ζητιανέψει! Παραδέχομαι πως ζω χωρίς έγνοιες και πως το ρίχνω στον αμανέ. Όχι μοναχά το παραδέχομαι, αλλά και το καυχιέμαι. Τι χάρη θα΄χε ο κόσμος, αν κυνηγούσανε όλοι να μαζέψουνε, να κάνουνε λεφτά; Η πλάση θα ΄τανε βουβή κι άσχημη, σαν κόλαση. Δώσε προσοχή: Όλοι αυτοί οι γνωστικοί που μας κατηγοράνε, τι ζωή περνάνε; Ζούνε σαν πεθαμένοι. Εμείς περνάμε ζωή χαρισάμενη! Αυτοί οι άλλοι είναι όλοι τους βουβοί, γκρινιάρηδες, τσιγκούνηδες, κακοί. Είδες κανένα μέρμηγκα να τραγουδήσει; Όλο νευρικός είναι, ολοένα πηγαινοέρχεται ,σαν να ζητά ο κακόμοιρος την ευτυχία του, που δεν τη βρίσκει μέσα στα πλούτη του. Εσύ με καταλαβαίνεις, γιατί είσαι κι εσύ λίγο ανθρωποτζίτζικας, σαν το γερο-Ανακρέοντα, που έζησε γέρος αγέραστος κοντά στα ενενήντα χρόνια, δίχως να γκρινιάσει και να στεναχωρέσει μήτε τον εαυτό του μήτε τους άλλους. Ενώ οι άλλοι, οι γνωστικοί οι μερμηγκάνθρωποι, τι κάνανε τάχα με τη μιζέρια τους; Φοβόντανε τον ίσκιο τους! Εμείς είμαστε καλές ψυχές κι ας μας κατηγορούνε. Λέμε “έχει ο Θεός” και όλα πάνε καλά. Ο ίδιος ο Χριστός μας παίνεψε και μας έδειξε για παράδειγμα στους ανθρώπους που θέλανε να τον ακολουθήσουνε.”Μη μεριμνάτε, είπε, περί της αύριον. Καταμάθετε τα κρίνα του αγρού πώς αυξάνει΄ ου κοπιά ουδέ νήθει΄λέγω δε υμίν ότι ουδέ Σολομών εν πάση τη δόξη αυτού περιεβάλλετο ως εν τούτων”.Το ίδιο είπε και για τα πουλιά. Το ίδιο θα έλεγε και για μας τους τζίτζικες και για όλα τα καλά κι αθώα πλάσματα που έπλασε, αλλά τα΄λεγε σύντομα.
Οι πρακτικοί κι οι λεγόμενοι γνωστικοί και προνοητικοί δεν φτάνει πως δεν τα νιώθουνε αυτά τα πράγματα, αλλά μας συκοφαντούν κιόλας και λένε πως μετανιώνουμε για την αξεγνοιασιά μας. Ο καμπούρης ο Αίσωπος λέγει πως, σαν επήγα το χειμώνα να ζητιανέψω από τον μέρμηγκα, μου ΄πε τάχα:
Τραγουδούσες ξέγνοιαστος,
χοροπήδα λοιπόν τώρα!
Μα πως είναι ψεύτης φαίνεται από το ότι κανένας από εμάς δεν πέθανε από την πείνα και κάθε χρόνο πιάνουμε το τραγούδι μας με μεγάλο κέφι στο πείσμα του, όπως μας ακούς τώρα που βουίζει ο κόσμος κι η φωνή μας ανεβαίνει ίσαμε τα ουράνια. Κι αυτό το ψεύτικο ποίημα του Αισώπου το΄χανε μάθει τα παιδιά της Αθήνας που πηγαίνανε στο σχολείο και τ΄άκουγα να το τραγουδάνε από εδώ που κάθουμαι. Και μ΄όλα ταύτα οι Αθηναίοι μ΄αγαπούσανε και με κάνανε ασημένιον ή μπρούτζινον και με βάζανε απάνω τους για στολίδι. Γιατί εγώ είμαι γέννημα και θρέμμα της Αττικής. Εγώ κι η ελιά, που κάθουμαι στα κλωνάρια της και τραγουδώ. Στον σημερινόν καιρό μπορεί να πληθύνανε οι πρακτικοί άνθρωποι, μα οι Αθηναίοι έχουνε πάντα όνειρό τους να μπορούσανε να ζήσουνε ξέγνοιαστα, έτσι που ζω εγώ. Μπορεί να σας ζαλίζουμε με την τυμπανοκρουσία μας, μα σας κάνουμε να ξεχάσετε τα βάσανά σας. Πολλοί από εσάς γινήκατε νευρικοί και μας καταριόσαστε. Αλλά οι παλιοί, οι πρόγονοί σας, που ήτανε γεροί και φυσικοί άνθρωποι, κάνανε κλουβάκια και μας βάζανε μέσα σαν τα πουλιά, για να ΄χουνε σ΄όποιο μέρος πηγαίνανε, τη μελωδία μας. Σας έπνιξε η πεζότητα κι ακόμα θέλετε να σβήσετε από το πρόσωπο της γης κι εμάς που σας διασκεδάζουμε λιγάκι και κάθε πλάσμα που στολίζει την άχαρη ζωή σας. Χαλάτε τις φωλιές των χελιδονιών, γιατί σας πειράζουνε, που στα παλιά χρόνια δίνανε τόση χαρά με το πέταγμά τους μέσα στους στενούς δρόμους της πολιτείας. Ο πελαργός δεν φαίνεται πια απάνω στις σκεπές των σπιτιών σας, να στέκεται σαν δεσπότης απάνω στο ΄να πόδι και να κροταλά τη μακριά τη μύτη του. Οι δεκαοχτούρες χαθήκανε. Ακόμα και τα σπουργίτια λιγοστέψανε. Σας αφήσανε στην ξεραΐλα σας όλα τα ευλογημένα πλάσματα κι αντις αυτά γεμίσατε τον κόσμο από ένα σωρό μηχανές που βγάζουνε κάτι νευρικές αγριοφωνές κι από πάνω από τα κεφάλια σας πετάνε κάποια σιδερένια τέρατα που ξεσκίζουνε τ΄αυτιά σας με κάτι φοβερά ουρλιάσματα, που απορώ πώς δεν τρελλαθήκατε ακόμα ολότελα. Όλα τούτα τα άγρια πράγματα τα καμαρώνετε και τα χαιρόσαστε και σας φταίμε εμείς οι αθώοι, οι ειρηνικοί.

Κι εσύ-μου λέγει ο γερο-τζίτζικας-είσαι από τη δική μας φυλή, είσαι ανθρωποτζίτζικας και πως δεν σου αρέσουνε οι σημερινές συνήθειες. Εγώ σε λυπάμαι περισσότερο από εμένα, γιατί εμείς οι τζίτζικοι είμαστε τουλάχιστον όλοι οι ίδιοι, ενώ εσείς οι άνθρωποι έχετε τους μερμηγκάνθρωπους, τους δραστήριους, τους πρακτικούς, που είναι και οι πιο πολλοί και σας κατηγορούνε, όπως εμένα με τα μερμήγκια και τ΄άλλα ζωντόβολα, που δεν έχουνε φτερά να πετάξουνε και σέρνουνται στο χώμα. Μα μη χάνεις το κουράγιο σου. Στο πείσμα τους, με όλα τα βάσανα που περνάμε, δεν πεθαίνουμε. Ζούμε και βασιλεύουμε στον αιώνα του αιώνος. Γιατί εμείς είμαστε οι αγαπημένοι του Θεού, οι μακάριοι, που μας καλοτύχισε ο Χριστός, που και ο ίδιος έζησε σαν άνθρωπος σε τούτον τον κόσμο, ”ως τα πετεινά του ουρανού”, αφήνοντας τη ζωή του σαν παράδειγμα για σας τους ανθρώπους. Μα άδικα, όπως βλέπω”.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου