Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

Ταξίδι στη "Μικρά Αγγλία"

Μελαγχολική και σκεπτική έφυγα από την ταινία «Μικρά Αγγλία» του Παντελή Βούλγαρη, βασισμένη στο βραβευμένο βιβλίο της συζύγου του Ιωάννας Καρυστιάνη. Ήταν μια υπέροχη ταινία με βάση τη σκηνοθεσία και το σενάριο, αλλά και όλο το κλίμα που μεταφέρθηκε στην μεγάλη οθόνη αν και απέχουμε τόσο πολύ από την εποχή τέλη του 1920 ως τα μέσα του 1940. Τόσες μέρες διάβαζα βιβλιογραφία για την εργασία μου στο ΕΑΠ με θέμα το γενεαλογικό δέντρο και ειδικότερα για την οικογένεια, τα έθιμα, τις παραδόσεις στη Μάνη. Έτσι μέσα στο μυαλό μου συσσωρεύτηκαν πολλές πληροφορίες για δύο κοινωνίες της στεριάς και της θάλασσας που είχαν όμως τόσα πολλά κοινά, όσον αφορά στον περιορισμό ελευθερίας των ανθρώπων και ιδιαίτερα των γυναικών.
Όταν βγήκα από το σινεμά δοξολόγησα το Θεό που δεν ζήσαμε σ’ εκείνες τις εποχές. Κάτι ήξερε ο Κύριος και μας χάρισε τη ζωή μετά από αρκετά χρόνια. Το ζήτημα είναι πως πνίγηκα βλέποντας την ταινία «Μικρά Αγγλία» γιατί είδα πως όλοι ήταν θύματα. Ο καθένας για τους λόγους του που ενώνονταν βέβαια: στα στερεότυπα και τα ταμπού της εποχής εκείνης.
Οι δύο πρωταγωνίστριες που υποδύονται τις αδελφές, τη Μόσχα και την Όρσα είναι πρωτοεμφανιζόμενες στο ευρύ κοινό και φέρνουν έναν μοναδικό αέρα αλλοτινής εποχής που μου θύμισε το «Μινόρε της Αυγής», που προβάλλονταν στην παλιά ΕΡΤ. Μεγαλωμένες στην Άνδρο που οι άντρες λείπουν στα καράβια πολλά χρόνια, καλούνται να αντιμετωπίσουν την άδικη απόφαση της μητέρας τους να παντρέψει τη μία κόρη της (Μόσχα) με αυτόν που αγαπούσε η άλλη (Όρσα) γιατί αυτός την πρώτη φορά που έστειλε τα προξενιά με το θείο του δεν είχε παράδες και δεν είχε γίνει ακόμη καπετάνιος. Έτσι ερήμην της Μόσχας ο Σπύρος μπαίνει στο σπίτι τους, γιατί οι αδελφές μένουν πάνω κάτω. Έτσι η Όρσα αν και παντρεύτηκε και έχει κάνει τρία παιδιά με άλλον άντρα που τον βλέπει ως καλό άνθρωπο, δεν μπορεί να ξεχάσει τον έρωτα της με το Σπύρο, αφού τα σανίδια δεν καλύπτουν τους ερωτικούς θορύβους του σπιτιού της αδελφής της.
Συνταρακτική είναι η σκηνή που η Όρσα αποκαλύπτει τον έρωτα της με έναν τρόπο που έκανε την κινηματογραφική αίθουσα να παγώσει. Δεν θα σας αποκαλύψω τι αλλά εμένα ομολογώ πως με άγγιξε βαθύτατα. Η Πηνελόπη Τσιλίκα έχει να δώσει πολλά. Έκανε πολύ καλή ερμηνεία και όταν διηγείται στην αδελφή της τα γράμματα που έπαιρνε από τον αγαπητικό της, πριν ακόμη εμφανιστεί φανερά στις ζωές τους, ως σύζυγος της μίας. Έμειναν οι φράσεις της: «όταν κάτι χάνεται μένει για πάντα», "ήθελα να αγαπώ πολύ. Ήθελα να αγαπώ για πάντα". 
Τόσα πολλά νοήματα έχει αυτή η ταινία. Θυμάμαι τα λόγια της αείμνηστης φίλης μου Μάγδας, μιας πολύ καλή φιλολόγου, που μου έλεγε πως πρέπει να βάζω στην άκρη την πίστη μου όταν διαβάζω λογοτεχνία. Και έχει τα δίκια της. Αν και είδα πολλές αναφορές στην πίστη μέσα στην ταινία. Ήταν όντως υπέροχη η σκηνή με τον επιτάφιο και τα λουλούδια στον κάμπο που μετέφεραν αυτήν την ωραία εποχή της άνοιξης όταν έρχεται το Πάσχα. Αλλά και τα τάματα και τα προσκυνήματα στον Άγιο Νικόλαο, προστάτη των θαλασσινών. Πόσο όμως τελικά είχαν την ορθοδοξία στις ζωές τους; Προτίμησαν να είναι πρωταγωνίστριες σε μια τραγωδία. Ο λαός μας το έχει το drama queen στο DNA του τελικά. Θέλει να γίνεται θυσία στη μοίρα του και να παρασέρνεται από αυτή. Πώς όμως μπορεί να ξεχαστεί ένας έρωτας όταν η μητέρα η ίδια γίνεται ηθική αυτουργός ενός εγκλήματος, γίνεται Μήδεια και σκοτώνει τις κόρες της; Ήδη βέβαια η ίδια ήταν το θύμα του άντρα της αφού ο καπετάν Σάββας λείπει από τα 13 του (50 χρόνια στο σύνολο) στα καράβια και στην Αργεντινή είχε άλλη γυναίκα και ένα παιδί. Αυτή κάθισε στο σπίτι και με τα χρήματα του άντρα της και τα κουμάντα της, παρέδωσε προίκα δύο σπίτια και ήθελε να τις εξασφαλίσει με πλούσιους γιατί «η ζωή χωρίς παρά, δεν έχει χαρά» όπως είπε στο θείο του αγαπητικού, όταν πήγε να ζητήσει την πρώτη της κόρη. Στον πόλεμο βέβαια μετά όλα τα λεφτά γίνονται καπνός, ξεπουλάνε κηροπήγια για πατάτες και κρεμμύδια. Γιατί όπως είπε ο θείος Αιμίλιος ή κατά κόσμον Χρήστος Καλαβρούζος, "το πουγκί είναι τρύπιο σωσσίβιο".
Μάλιστα μετά το γάμο της Όρσας με εκείνον που δεν αγαπούσε (Νίκος Βατοκούζης και κατά κόσμον ο γνωστός και από την τηλεόραση Μάξιμος Μουμούρης) η μητέρα αγκαλιάζοντας και χορεύοντας με την άλλη κόρη της, ενώ όλοι έχουν φύγει από το γλέντι που έγινε στο σπίτι, της σιγοψιθυρίζει πως είναι καλό να παντρεύεσαι κάποιον που δεν αγαπάς για να μην πονάς όταν θα πάει με άλλες. Άραγε αυτό ίσχυε και γι’ αυτήν που μάλλον γνώριζε τις απιστίες του συζύγου της; Αν και οι αποκαλύψεις δεν έγιναν, κάτι που θα έδινε μια ικανοποίηση στο κοινό που δεν συμφώνησε με τη συμπεριφορά της μητέρας.
Γυναίκες μιας άλλης εποχής. Κλεισμένες στα σπίτια, απομονωμένες σε ένα νησί, περίμεναν τους άντρες τους που έρχονταν για λίγο, τις άφηναν έγκυες και αυτές καλούνταν να μεγαλώσουν τα παιδιά. Μητριαρχικές οικογένειες. Παιδιά που μεγάλωναν με τις μανάδες τους και έβλεπαν τους πατεράδες τους επισκέπτες. Χαρακτηριστική η σκηνή που το παιδί είναι κρυμμένο κάτω από το τραπέζι γιατί δεν ξέρει τον πατέρα του που πήγε να τους δει και η μητέρα του το καθησυχάζει.
Στο τέλος και ενώ έχουν γίνει οι αποκαλύψεις, η Μόσχα λέει πως θα ήταν καλύτερο να είχαν μορφωθεί, να δούλευαν και να είχαν φύγει από το νησί, αλλά η Όρσα της λέει πως και αν μιλούσαν θα ήταν καλύτερα. Αν δηλαδή η ίδια εκμυστηρευόταν στην αδελφή της τον έρωτα της για το Σπύρο θα απέφευγαν το δράμα αυτό. Σημειωτέον η μητέρα είχε ζητήσει από τη Διευθύντρια του Σχολείου να διώξει τον Άγγλο καθηγητή που είχε ερωτευτεί η Μόσχα.
Σκέπαζαν τα πάντα και το πέπλο μυστηρίου έγινε ένας ιστός αράχνης που τους έπνιξε όλους τους πρωταγωνιστές. Έφυγε η ζωή και χάθηκε, χωρίς ποτέ να εκπληρωθεί ο μεγάλος έρωτας, αλλά να γίνει ο κρυφός που έτρωγε τα σωθικά. Αν αποκαλυπτόταν δεν θα γραφόταν ποτέ το βιβλίο και δεν θα γινόταν ταινία. Όπως και οι μεγάλοι μας  δημιουργοί δεν θα έγραφαν τις τραγωδίες τους που αντέχουν στο πέρασμα των αιώνων.
Ο άνθρωπος παραδομένος στα πάθη του, πάντοτε βρίσκει τρόπους να προδίδει και να προδίδεται, να αυτοκαταστρέφεται και να καταστρέφει. Γιατί η Όρσα θα μπορούσε να μείνει στο σπίτι του άντρα της, αλλά ήθελε να καίγεται ακούγοντας και βλέποντας τον έρωτα της αδελφής της με τον Σπύρο. Μπορούσε να την αλλάξει τη ζωή της. Αλλά δεν ήθελε. Αφιερώθηκε σε εκείνο το όνειρο, τον κύκλο του Μαλταμπέ, τα μέρη δηλαδή που έβλεπε τον αγαπημένο της Σπύρο που είχε αυτό το παραπάνω επίθετο.
Όπως καλά καταλάβατε, με συνεπήρε αυτή η ταινία. Είχα καιρό να πάρω πολλά ερεθίσματα για να σκεφτώ και να γράψω τόσα πολλά. Θα ήθελα και άλλα περισσότερα αλλά αξίζει να τη δείτε.

Σημείωση: Μια γυναίκα έκανε κεντήματα με ονόματα μακρινών προορισμών όπου έγιναν ναυάγια και ανάμεσα τους ήταν και η Ουρουγουάη. Για εμάς τόσο κοντινό μέρος που βλέπουμε τους φίλους μας μέσω skype. Άντε παιδιά έχουμε καιρό να τα πούμε!





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου