Πέμπτη, 5 Ιουνίου 2014

Πανελλήνιες Εξετάσεις 2014: Οι απαντήσεις για τη λογοτεχνία

Η συνεργάτιδα του ιστολογίου μας Άννα Λασχαρίδου, φιλόλογος, γράφει τις απαντήσεις λογοτεχνίας των πανελλαδικών εξετάσεων για τους μαθητές της θεωρητικής κατεύθυνσης.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ-ΕΚΤΙΜΗΣΗ
Οι μαθητές της θεωρητικής κατεύθυνσης κλήθηκαν σήμερα να πραγματευτούν το διήγημα του Βιζυηνού «Το αμάρτημα της μητρός μου», αντιπροσωπευτικό κείμενο ηθογραφίας, λαογραφίας και αφηγηματικών τεχνικών του συγγραφέα, στοιχεία που αποτελούν τα βασικά ζητούμενα των θεμάτων τους. Οι ερωτήσεις A1, B1 και Β2α αποτελούν τυπικές ερωτήσεις των αφηγηματικών αρετών του κειμένου και ανταποκρίνονται ξεκάθαρα στα χωρία που πρέπει να λάβουν οι μαθητές από αυτό. Παρόλο που οι ερωτήσεις Β2β και Γ1 είναι διατυπωμένες με σαφήνεια και παραπέμπουν σε συγκεκριμένα σημεία θεωρίας, τα αποσπάσματα που παρατίθενται δεν είναι απόλυτα αντιπροσωπευτικά. Αναφορικά με το παράλληλο κείμενο αν οι μαθητές επικεντρωθούν στο βασικό θέμα της υιοθεσίας θα απαντήσουν με σχετική ευκολία.
Σε γενικές γραμμές, τα θέματα δεν ήταν τόσο αναμενόμενα και εξαιτίας όσων προαναφέρθηκαν παρουσιάζουν ένα σχετικό βαθμό δυσκολίας.
ΘΕΜΑΤΑ
ΚΕΙΜΕΝΟ: "Το Αμάρτημα της μητρός μου", Γ. Βιζυηνός
Αἱ οἰκονομικαί μας δυσχέρειαι ἐκορυφώθησαν ....πρός τούς ἐνεούς ἐκ τῆς ἐκπλήξεως ἀδελφούς μου. [...] Ἡ θετή μου ἀδελφή ἦτον ἀκόμη μικρά....Εἶναι δικό μου τό παιδί, καί εἶναι ἀδελφή σας!
Α1. Το έργο του Γ. Βιζυηνού χαρακτηρίζεται, μεταξύ των άλλων, και για τη θεατρικότητά του. Να αναφέρετε τρία παραδείγματα, μέσα από το απόσπασμα που σας δίνεται, τα οποία επιβεβαιώνουν τον παραπάνω χαρακτηρισμό. Μονάδες 15
Β1. Σύμφωνα με τον Κ. Μητσάκη: «Η θέση και η ιδεολογία του Βιζυηνού απέναντι στο γλωσσικό πρόβλημα και γενικότερα το πρόβλημα της νεοελληνικής πνευματικής ζωής είναι ξεκαθαρισμένη. Θερμός υπέρμαχος της δημοτικής, στην πράξη όμως ένας μετριοπαθής καθαρευουσιάνος...».  Να σχολιάσετε την άποψη αυτή (μονάδες 10) και να γράψετε, μέσα από το απόσπασμα που σας δόθηκε, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για καθεμία από τις δύο παραπάνω γλωσσικές επιλογές του Γ. Βιζυηνού. (μονάδες 10)                                                                                                                                                                   Μονάδες 20
Β2.α. «Πρίν δέ κατορθώσω νά ἐπιστρέψω, τό ξένον κοράσιον ηὐξήθη, ἀνετράφη, ἐπροικίσθη καί ὑπανδρεύθη, ὡς ἐάν ἦτον ἀληθῶς μέλος τῆς οἰκογενείας μας.»  Ο Γ. Βιζυηνός στο παραπάνω χωρίο χρησιμοποιεί σύνοψη χρόνου. Να δικαιολογήσετε την επιλογή αυτή του συγγραφέα. (μονάδες 10)
β. «Τό ἐπῆρα τριῶν μηνῶν ἀπό πάνω ἀπό τό λείψανο τῆς μάνας του· καί ὁσάκις ἔκλαιγε, τοῦ ἔβαζα τό βυζί μου στό στόμα του, γιά νά το πλανέσω· καί τό ἐτύλιξα μέσ’ στά σπάργανά σας, καί τό ἐκοίμησα μεσ’ στήν κούνια σας.» Τι επιτυγχάνει ο συγγραφέας με τη χρήση της αναδρομικής αφήγησης στο συγκεκριμένο χωρίο; (μονάδες 10)
 Γ1. Να σχολιάσετε σε ένα κείμενο 150-170 λέξεων το απόσπασμα που ακολουθεί: «Ὁ πατήρ τοῦ κορασίου ἦτον ὠχρός καί ἔβλεπε περίλυπος ἐμπρός του. Ἡ σύζυγός του ἔκλαιεν ἀκουμβημένη εἰς τόν ὦμόν του. Ἡ μήτηρ μου ἔτρεμεν ἐκ τοῦ
φόβου μήπως ἀκουσθῇ καμμία φωνή—Ἐγώ!—καί ματαιώσῃ τήν εὐτυχίαν της. Ἀλλά κανείς δέν ἀπεκρίθη.»
Μονάδες 25 
Δ1. Να συγκρίνετε, ως προς το περιεχόμενο, το απόσπασμα που σας δόθηκε από «Το αμάρτημα της μητρός μου» του Γ. Βιζυηνού με το παρακάτω απόσπασμα από το έργο του Ιω. Κονδυλάκη «Οι Άθλιοι των Αθηνών», αναφέροντας (μονάδες 5) και σχολιάζοντας (μονάδες 15) τρεις ομοιότητες και δύο διαφορές μεταξύ των δύο κειμένων
Ιω. Κονδυλάκη , ΟΙ ΑΘΛΙΟΙ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ    (απόσπασμα)
[...] Ὁ Τάσος [ο λούστρος] ἐξῆλθε περιχαρὴς ἐκ τῆς κρύπτης του. Ἀφοῦ τὴν ἐγλύτωσε τώρα ὁ Θεὸς εἶχε διὰ τὸ μέλλον....Θὰ κάμῃς μεγάλο μυστήριο, παιδάκι μου», εἶπεν ἡ γραῖα, καὶ μὲ τὴν τρέμουσαν καὶ πλήρη ρυτίδων χεῖρά της ἐθώπευσε τὴν ἡλιοκαῆ παρειὰν τοῦ λούστρου
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
Α. Τα βασικά στοιχεία που προσδίδουν στο κείμενο θεατρική λειτουργία είναι:
α) Η σκηνική μέθοδος παρουσίασης της δράσης (εναλλαγή κλειστού-ανοιχτού χώρου).
β) Ο τρόπος που ο αφηγητής εμπλέκεται στη δράση των χαρακτήρων.
γ) Η αφήγηση διαρθρώνεται σε σκηνές που εναλλάσσονται.
δ) Ύπαρξη δομικών ενοτήτων με σχετική αυτοτέλεια, όπως οι πράξεις σε θεατρικό έργο.
ε) Χρήση του διάλογου
στ) Συμμετοχή πολλών προσώπων (πρωταγωνιστές, δευτεραγωνιστές, βουβά πρόσωπα).
ζ) Αναλυτική περιγραφή προσώπων και σκηνών
Πιο συγκεκριμένα:
- Η σκηνή της υιοθεσίας («Ἤδη αὐτή ἡ υἱοθέτησις ἐγένετο πανηγυρική… ἐστάθημεν ὅλοι πρό τῆς εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ… παρέλαβεν ἡ μήτηρ μου τό θετόν αὑτῆς θυγάτριον ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ ἱερέως»)
- Η επιδεικτική θλίψη της μητέρας για την τύχη της δεύτερης θετής κόρης που ταράζει τους γιους της («κύπτουσα συμπαθητικῶς ἐπί τῆς μορφῆς τοῦ νηπίου… ἐπεδείκνυε τό λάφυρόν της θριαμβευτικῶς πρός τούς ἐνεούς ἐκ τῆς ἐκπλήξεως ἀδελφούς μου»)
- Το ψυχικό ξέσπασμα της μάνας και η παραστατική περιγραφή από το Γιωργή («Ὅταν ὕψωσα τά βλέμματά μου πρός αὐτήν, εἶδον μετ’ ἐκπλήξεώς μου, ὅτι τά δάκρυά της ἔρρεον σιγαλά καί μεγάλα ἐπί τῶν ὠχρῶν αὐτῆς παρειῶν11, ἐνῷ οἱ ταπεινωμένοι της ὀφθαλμοί ἐξέφραζον μίαν ἀπερίγραπτον θλῖψιν»)
Β1.Στην κατηγορία των λογοτεχνών που φέρνουν τη σφραγίδα της θείας δωρεάς ανήκει και. ο Βιζυηνός. Μόνο που ο Βιζυηνός υπήρξε σε όλη του τη ζωή ένας επαμφορτερίζων. Με το νου και. με την καρδιά είναι ένας δημοτικιστής αλλά στην πράξη προτιμά την καθαρεύουσα. Η θέση του απέναντι στο γλωσσικό πρόβλημα είναι ξεκαθαρισμένη: θεωρητικά υπέρμαχος της δημοτικής, στην πράξη όμως ένα μετριοπαθής καθαρευουσιάνος.Τα διηγήματά του είναι γραμμένα σε μιαν απλούστερη, κομψή και σχετικά θρμή καθαρεύουσα («ὅταν ἐπῆλθεν ἀνομβρία εἰς τήν χώραν») Συχνά όμως η αφήγηση αποβάλλει κι αυτόν τον μετριοπαθή καθωσπρεπισμό και πλησιάζει το λόγο της καθημερινής ζωής. Αυτό συμβαίνει σ' εκείνα τα πεζογραφήματα που η αφήγηση δεν είναι στατική αλλά υπάρχει πυκνή δράση και διάλογος («Ποιός ἀπό σᾶς εἶναι ἤ ἐδικός ἤ συγγενής ἤ γονιός τοῦ παιδιοῦ τούτου περισσότερον ἀπό τήν ∆εσποινιώ τήν Μηχαλιέσσα κι ἀπό τούς ἐδικούς της;) εμπλουτισμένα με το θρακικό ιδίωμα. Σε τέτοιες ακριβώς στιγμές είναι που η καθαρεύουσα παθαίνει καθίζηση και τα διάφορα πρόσωπα είναι απλοί άνθρωποι που εκφράζονται με τη γλώσσα του δικού τους περιβάλλοντος. Το αισθητικό αποτέλεσμα: η προσαρμογή της γλώσσας στην πραγματικότητα (τοπική - χρονική - πνευματική) χαρίζει μια αρμονία στο έργο ως σύνολο, ως συνδυασμό περιεχομένου και μορφής. Και εξηγούμεθα: η αφήγηση απ' τον αφηγητή - παιδί είναι λογικό να γίνεται ρεαλιστική, όταν η καθαρεύουσα εμπλουτίζεται με στοιχεία της δημοτικής. Από την άλλη, η αφήγηση από τον αφηγητή -ενήλικο καθίσταται πιο αρμονική, όταν η καθαρεύουσα γίνεται πιο επίσημη με τύπους της λόγιας γλώσσας. Το ίδιο αποτέλεσμα έχουμε κι όταν στα διαλογικά μέρη ακούγεται η ντοπιολαλιά. Επιπλέον, η χρήση της λαϊκής αυτής γλώσσας με τους πολλούς ιδιωματισμούς ξεκουράζει τον αναγνώστη και τον καθιστά μάρτυρα του διαλόγου, προσδίδοντας αμεσότητα. Σε κάποια βέβαια σημεία βλέπουμε τα λόγια των απλών ανθρώπων να ευπρεπίζονται "επί το καθαρότερον". Ωστόσο και η γλώσσα αυτή έχει τη δική της γοητεία. Ίσως αυτό να οφείλεται στο ότι τα πεζογραφήματα του Βιζυηνού δεν εξαντλούνται μέσα στις περιγραφικές τους δυνατότητες αλλά επεκτείνονται μέσα στην ανθρώπινη ψυχή.
Β2.α) Σε ό,τι αφορά την αφηγηματική οργάνωση του χρόνου διακρίνουμε τρεις κατηγορίες: την τάξη ή σειρά, τη διάρκεια και τη συχνότητα. Η τάξη ή σειρά αφορά τη σχέση ανάμεσα στη χρονική διαδοχή των γεγονότων στην ιστορία και στη σειρά με την οποία αυτά αναδιατάσσονται μέσα στο αφηγηματικό κείμενο. Η αφήγηση των γεγονότων στο διήγημα δε γίνεται ευθύγραμμα και με τη σειρά ακριβώς που συνέβησαν στην πραγματικότητα, καθώς αυτό θα αναιρούσε την απορία που επιχειρεί να δημιουργήσει ο αφηγητής σχετικά με το αμάρτημα της μητέρας του και θα καθιστούσε την αφήγηση λιγότερο ενδιαφέρουσα. Παρολαυτά κατά τη διάρκεια αφήγησης των γεγονότων κάποιες περίοδοι συμπυκνώνονται χάριν οικονομίας του διηγήματος. Η έλλειψη συνιστά μορφή ανισοχρονίας που χαρακτηρίζεται από τη μεγαλύτερη δυνατή επιτάχυνση: ένα τμήμα της ιστορίας που οπωσδήποτε έχει κάποια διάρκεια, αποσιωπάται εντελώς από την αφήγηση. Η έλλειψη μπορεί να είναι λιγότερο ή περισσότερο εμφανής ή και υποθετική. Κατά τη διάρκεια της απουσίας του αφηγητή-Γιωργή στο εξωτερικό, για παράδειγμα, ο αφηγητής αγνοεί τι συμβαίνει στην οικογένειά του, οπότε πολλά γεγονότα αποσιωπώνται. «Εγώ έλειπον, μακράν, πολύ μακράν, και επί πολλά έτη ηγνόουν τι συνέβαινεν εις τον οίκον μας.»Η περίληψη ή σύνοψη αποτελεί μορφή ανισοχρονίας που και αυτή χαρακτηρίζεται από ρυθμούς επιτάχυνσης, λιγότερου γοργούς όμως από αυτούς της έλλειψης. Ενδέχεται για παράδειγμα να συνοψιστεί μέσα σε λίγες φράσεις η ζωή ενός ανθρώπου (ο Χρόνος Αφήγησης είναι μικρότερος από το Χρόνο της Ιστορίας ).Περίληψη έχουμε όταν ο αφηγητής, που απουσιάζει στο εξωτερικό, αποδίδει με τέσσερα ρήματα την πορεία του πρώτου υιοθετημένου κοριτσιού. «Πρίν δε κατορθώσω να επιστρέψω, το ξένον κοράσιον ηυξήθη, ανετράφη, επροικίσθη και υπανδρεύθη, ως εάν ήτον αληθώς μέλος της οικογένειάς μας.»Η τεχνική αυτή βοηθά ιδιαίτερα την εξέλιξη της πλοκής και διαφωτίζει τον αναγνώστη για τόσο για τις μετέπειτα πράξεις της μητέρας -που θα μείνει ανεπηρέαστη από τη σκληρότητα της θετής της κόρης και θα προχωρήσει και σε δεύτερη υιοθεσία- όπως επίσης και δικαιολογεί απόλυτα στη συνείδηση του αναγνώστη την αντίδραση των αδερφών στην υιοθεσία αυτή. Παράλληλα συμπυκνώνοντας σε τέσσερα ρήματα ολόκληρη τη ζωή του θετού κοριτσιού αποφεύγει να κουράσει τον αναγνώστη παραθέτοντας λεπτομέρειες που δεν αφορούν άμεσα τη συγκεκριμένη ιστορία. Μένει μόνο στο ήθος της θετής κοπέλας («ἀπεδείχθη ἀχάριστος πρός τήν γυναῖκα, ἥτις περιεποιήθη τήν ζωήν αὐτῆς μέ τοσαύτην φιλοστοργίαν») αντιπαραβάλλοντάς το με την αδυναμία της μάνας προς τα κορίτσια.
β)Οι αναχρονίες αποτελούν μια συχνή επιλογή στα αφηγηματικά έργα, καθώς έτσι αποφεύγεται η μονότονη ευθύγραμμη παράθεση των γεγονότων και το κείμενο κερδίζει σε ενδιαφέρον. Η χρήση αναχρονιών επιτρέπει στον αφηγητή να ξεκινήσει τη διήγησή του από το χρονικό σημείο που επιθυμεί, επιστρέφοντας στο παρελθόν ανά διαστήματα για να δώσει κάθε φορά τις πληροφορίες που κρίνει απαραίτητες, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί απρόσκοπτα να παρακολουθεί την εξέλιξη της ιστορίας. Ειδικά για το Αμάρτημα της μητρός μου, οι αναχρονίες είναι πολύτιμες, καθώς επιτρέπουν στον αφηγητή να κρατήσει κρυφό το αμάρτημα μέχρι τη στιγμή της δραματικής αποκάλυψης μέσα από την αναδρομική αφήγηση της μητέρας. Σ’ αυτήν ακριβώς τη μεγάλη αναδρομή ανήκει και το συγκεκριμένο απόσπασμα στο οποίο τη σκυτάλη της αφήγησης παίρνει η μητέρα αντιδρώντας μάλιστα στην άρνηση του Γιωργή απέναντι στη δεύτερη υιοθετημένη κόρη. Με τη σύντομη αναφορά στο παρελθόν ο Βιζυηνός κατορθώνει:
- να συμπληρώσει τα κενά
- να πληροφορήσει τον αναγνώστη με όσα στοιχεία του είναι απαραίτητο να μάθει για την πρώτη υιοθεσία
- να φανερώσει για ακόμη μια φορά την επίμονη προσκόλληση της μητέρας στα κορίτσια
- να κορυφώσει την συναισθηματική σύγκρουση ανάμεσα στους δύο ήρωες (Γιωργή –Μητέρας)
- να προωθήσει μέσω αυτής την εξέλιξη της πλοκής, εφόσον αυτό το ξέσπασμα της μάνας θα την οδηγήσει στην εξομολόγηση του αμαρτήματος
- να επιβραδύνει για λίγο αυτή την αποκάλυψη κορυφώνοντας την αγωνία του αναγνώστη
Γ. Στη σκηνή της πρώτης υιοθεσίας ο αφηγητής ήταν παρών και γι’ αυτό περιγράφει με ακρίβεια και πιστότητα τα στάδιά της προβάλλοντας παράλληλα και τη λαογραφία της εποχής. Χωρίς γραφειοκρατία και καθυστέρηση αλλά με βάση τον έντιμο βίο και τον γνωστό σε όλους πόνο της για την απώλεια της κόρης της Αννιώς η Δεσποινιώ κατορθώνει να υιοθετήσει το πρώτο της κορίτσι. Αφού το κυριότερο μέρος της διαδικασίας έχει διαδραματιστεί στην εκκλησία, επιστρέφουν όλοι στο σπίτι του αφηγητή. Εκεί παρατηρούμε την πολλαπλότητα των συναισθημάτων που διακρίνεται στα πρόσωπα των παρευρισκομένων. Στην ερώτηση του πρωτόγερου – προς αμφισβήτηση της υιοθεσίας – η μητέρα νιώθει φόβο, αγωνία και άγχος μήπως κάποιος αντιδράσει σ’ αυτή. Παράλληλα εμφανίζονται και οι φυσικοί γονείς του παιδιού. Παρουσιάζεται ο πατέρα μετανιωμένος αλλά ανήμπορος να αντιδράσει, ενώ η μάνα ζητά σ’ αυτόν αποκούμπι και παρηγοριά. Στον ανοιχτό χώρο της αυλής του σπιτιού λοιπόν παρόλο που περιγράφεται ένα χαρούμενο γεγονός, η υιοθεσία, στο συγκεκριμένο χωρίο παρατηρούμε τη δυσθυμία δύο δευτεραγωνιστών, που αποτελούν την εξαίρεση στον κανόνα της χρήσης του χώρου από το συγγραφέα.
Δ.
Ομοιότητες::
- δυο παιδιά, γένους θηλυκού, ορφανά και κακότυχα («Τό ἐπῆρα τριῶν μηνῶν ἀπό πάνω ἀπό τό λείψανο τῆς μάνας του» , «τὸ νήπιον, τὸ ὁποῖον καταπτοηθέν….ἐλούφαξεν ἐντὸς τῶν σπαργάνων του»)
- και οι δύο γυναίκες , Δεσποινιώ και Σταματίνα, επιθυμούν την ανατροφή του παιδιού, ζητώντας βέβαια και κάποια χρηματική ενίσχυση-από τους γιους της η πρώτη, από τον Τάσο η δεύτερη- για τους δικούς της λόγους η καθεμία. («Ὄχι! ἀνεφώνησεν ἡ μήτηρ μου μετά λυγμῶν, ὄχι! ∆έν εἶναι ξένο τό παιδί! Εἶναι δικό μου!», «Αἴ, δὲν μᾶς τἀφίνεις ἐμᾶς νὰ τἀναθρέψωμεν.. Ἄφησε νὰ τὸ δώσω ἐγὼ σὲ μιὰ παραμάννα»)
- ο ρόλος της θρησκείας στη σκέψη της υιοθεσίας, στοιχείο που καταδεικνύει και την ηθογραφία της εποχής («Ἤδη αὐτή ἡ υἱοθέτησις…Ἡ μήτηρ μου ἐφόρεσε διά πρώτην φοράν τά «γιορτερά της καί μᾶς ὡδήγησεν εἰς τήν ἐκκλησίαν καθαρούς καί κτενισμένους, ὡς ἐάν ἐπρόκειτο νά μεταλάβωμεν», «Ἀφοῦ ἐκοιμόσουν δίπλα στὴν Ἁγία Εἰρήνη, χωρὶς ἄλλο, τὸ παιδὶ σοῦ τὤστειλε ἡ χάρι της»)
Διαφορές:
- Ο Τάσος, ο ήρωας που βρήκε το παιδί θέλει πρόθυμα να το φροντίζει και να συνδράμει οικονομικά για την ανατροφή του παρόλη την δυσχέρειά του (««Ἂν εἶχα τὴ μάννα μου ἐδῶ, θὰ τῆς τὸ πήγαινα καὶ θὰ δούλευα νὰ τὸ ἀναθρέψωμε. Τὸ λυποῦμαι τὸ κακόμοιρο!») Αντίθετα ο Γιωργής αντιδρά στη δεύτερη υιοθεσία προκαλώντας τη συναισθηματική έκρηξη της μάνας του(«∆ός το πίσου τό Κατερινιώ, ἔλεγον μίαν ἡμέραν εἰς τήν μητέρα μου. ∆ός το πίσου, ἄν μ’ ἀγαπᾷς.»)
- Τα κίνητρα της υιοθεσίας των παιδιών ανάμεσα στις δύο γυναίκες διαφέρουν ολότελα, καθώς η μάνα του Βιζυηνου παρακινείται από την ανάγκη εξιλέωσής της, («καί ὁσάκις ἔκλαιγε, τοῦ ἔβαζα τό βυζί μου στό στόμα του, γιά νά το πλανέσω· καί τό ἐτύλιξα μέσ’ στά σπάργανά σας, καί τό ἐκοίμησα μεσ’ στήν κούνια σας. Εἶναι δικό μου τό παιδί, καί εἶναι ἀδελφή σας!») ενώ τη Σταματίνα στο παράλληλο την υποκινούν οικονομικά συμφέροντα.(« Ἀλλά πρέπει.... νὰ τὴν πλερώνῃς… «Πόσο μπορεῖς νὰ δίδῃς ἐσύ;» )

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου